κοντός – Català–Ελληνικά translations

🇬🇷 el ca

κοντός adjective

  /ko(n)ˈdos/
  • αντικείμενο με μικρό ύψος
  • άνθρωπος με μικρό ανάστημα
  • αντικείμενο με μικρό μήκος
baix
Wiktionary Links