🇬🇷 el en 🇬🇧

γη noun

  /el/
  • ο πλανήτης Γη
Earth
  • στεριά
land
  • αγωγός του ηλεκτρισμού
ground

Γη properNoun

  /el/
Earth
Wiktionary Links
  • ελληνικά: γη