🇬🇷 el en 🇬🇧

εκτελώ verb

  /e.kteˈlo/
perform
  • (πληροφορική) θέτω πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας
execute, launch, open, run, start
Wiktionary Links