🇬🇷 el en 🇬🇧

κόλπος noun

  /el/
  • γυναικολογία: τμήμα των γεννητικών οργάνων
vagina
  • γεωγραφικός όρος
bay, gulf, bight
  • αγκαλιά, κόρφος
bosom
  • ανατομία: καρδιακός κόλπος
atrium
Wiktionary Links