🇬🇷 el en 🇬🇧

μάτι noun

  /el/
  • όργανο όρασης
eye, bud
  • έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα
be very cautious, keep (all) one's wits about one
  • φύτρο - φυτικός οφθαλμός
eye, sprout
  • εστία ψησίματος
hob, hot plate, stovetop
  • κάνω τα στραβά μάτια
turn a blind eye on / to sth

Μάτι properNoun

  /el/
Mati
Wiktionary Links