🇬🇧 en el 🇬🇷
cat noun
/kæt/
,
[kʰæt]
,
[kʰæʔ]
|
|
|---|---|
|
γάτα, γάτος |
|
αίλουρος, αιλουροειδές, γάτα |
- she-cat
- γάτα
- pussy-cat
- γατάκι, γατούλα
- cat flap
- γατόπορτα
- cat food
- γατοτροφή
- curiosity killed the cat
- η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
- there's more than one way to skin a cat
- το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι
- fight like cat and dog
- σαν τον σκύλο με τη γάτα
- wild cat
- αγριόγατα
- Schrödinger's cat
- γάτα