🇬🇧 en el 🇬🇷
complex noun
/kɑmˈplɛks/
,
/kəmˈplɛks/
,
/ˈkɑmplɛks/
,
/ˈkɒm.plɛks/
|
|
---|---|
|
συγκρότημα, σύμπλεγμα |
|
σύμπλεγμα, συγκρότημα |
|
σύμπλοκο, συγκρότημα |
complex adjective
/kɑmˈplɛks/
,
/kəmˈplɛks/
,
/ˈkɑmplɛks/
,
/ˈkɒm.plɛks/
|
|
---|---|
|
πολύπλοκος, περίπλοκος |
|
μιγαδικός |
complex verb
/kɑmˈplɛks/
,
/kəmˈplɛks/
,
/ˈkɑmplɛks/
,
/ˈkɒm.plɛks/
|
|
---|---|
|
συμπλέκω |
complexity noun
/kəmˈplɛk.sɪ.ti/
|
|
---|---|
|
περιπλοκότητα |
|
περιπλοκή |
complexant |
|
---|---|
συμπλοκοποιητής |
- complex sentence
- σύνθετη πρόταση
- superiority complex
- ανωτερότητα
- complex ion
- σύμπλοκη ένωση
- coordination complex
- σύμπλοκο
- complex number
- μιγαδικός αριθμός
- Oedipus complex
- Οιδιπόδειο σύμπλεγμα
- inferiority complex
- σύμπλεγμα κατωτερότητας
- Electra complex
- σύμπλεγμα της Ηλέκτρας
- complex formation
- σύμπλοκη ένωση
Wiktionary Links
- English: complex