🇬🇧 en el 🇬🇷
copier noun
/ˈkɑpiɚ/
,
/ˈkɒpɪə/
|
|
|---|---|
|
αντιγραφέας |
|
αντιγραφέας, αντιγραφικό μηχάνημα, φωτοτυπικό μηχάνημα |
Wiktionary Links
- English: copier