🇬🇧 en el 🇬🇷
disease noun
/dəˈziz/
,
/dɪˈziz/
,
/dɪˈziːz/
|
|
|---|---|
|
αρρώστια, νόσος, ασθένεια, πάθηση |
diseased adjective
/dɪˈzizd/
,
/dɪˈziːzd/
|
|
|---|---|
|
αδιάθετος |
- foot-and-mouth disease
- αφθώδης πυρετός
- Alzheimer's disease
- Αλτσχάιμερ, νόσος Αλτσχάιμερ
- coeliac disease
- κοιλιοκάκη
- sexually transmitted disease
- αφροδίσιο νόσημα, σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα
- mad cow disease
- ασθένεια των τρελών αγελάδων, νόσος των τρελών αγελάδων
- chronic obstructive pulmonary disease
- χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
- Hansen's disease
- νόσος του Χάνσεν
- haemorrhoidal disease
- αιμορροϊδοπάθεια
- celiac disease
- κοιλιοκάκη
Wiktionary Links
- English: disease