🇬🇧 en el 🇬🇷
equity noun
/i.kwɪʈ.i/
,
/ˈɛk.wɪ.ti/
|
|
|---|---|
|
ίδια κεφάλαια, καθαρή θέση, καθαρή περιουσία |
|
δικαιοσύνη |
|
μετοχικό κεφάλαιο |
Wiktionary Links
- English: equity