🇬🇧 en el 🇬🇷
mouth noun
/maʊð/
,
/maʊθ/
,
/mʌʊθ/
,
[məʊθ]
|
|
---|---|
|
στόμα, εκβολές |
|
στόμιο, στόμα |
mouthful noun
/ˈmaʊθfʊl/
|
|
---|---|
|
μπουκιά |
- foot-and-mouth disease
- αφθώδης πυρετός
- dry mouth
- ξηροστομία
- potty mouth
- βρομόγλωσσος
- don't look a gift horse in the mouth
- του χαρίζανε γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια
- word of mouth
- από στόμα σε στόμα
- born with a silver spoon in one's mouth
- γεννήθηκα στα πούπουλα, γεννημένος στα πλούτη
- mouth-to-mouth resuscitation
- στόμα-με-στόμα
- all mouth and (no) trousers
- κεράσι
- a closed mouth catches no flies
- τα λίγα λόγια είναι ζάχαρη, τα καθόλου μέλι
Wiktionary Links
- English: mouth