🇬🇧 en el 🇬🇷
synoptic adjective |
|
|---|---|
|
περιληπτικός, συγκεφαλαιωτικός, συνοπτικός |
|
συνοπτικός |
synoptic adjective |
|
|---|---|
|
περιληπτικός, συγκεφαλαιωτικός, συνοπτικός |
|
συνοπτικός |