🇬🇧 en el 🇬🇷
venal adjective
/ˈviːnəl/
|
|
|---|---|
|
αργυρώνητος, δωροδοκούμενος |
|
αργυρώνητος, εξαγοράσιμος, παραδόπιστος |
|
αργυρώνητος, παραδόπιστος |
Wiktionary Links
- English: venal