🇬🇷 el en 🇬🇧

έγκλιση noun

  /ˈeŋ.ɡli.si/
  • (γραμματική) η απώλεια του τόνου μιας λέξης (εγκλιτικού) ή η μετάθεσή του στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης, καθώς οι δύο λέξεις συμπροφέρονται
enclisis
  • (γραμματική) ρηματική μορφή που δηλώνει μια ιδιαίτερη απόχρωση για την ενέργεια του ρήματος, πχ το πραγματικό, το πιθανό, το ευκταίο, κ.λπ
mood
Wiktionary Links