🇬🇷 el en 🇬🇧

αγγειοπλαστική noun

  /aŋ.ɟi.o.pla.stiˈci/
  • (τέχνη) η τεχνική της κατασκευής αγγείων
pottery, ceramics
  • (ιατρική) η εγχείρηση με την οποία πετυχαίνεται η αιμάτωση του μυοκαρδίου σε περίπτωση απόφραξης των αγγείων του
angioplasty
Wiktionary Links