🇬🇷 el en 🇬🇧

αγελάδα noun

  /a.ʝeˈla.ða/
  • (θηλαστικό ζώο) μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού
cow
Wiktionary Links