🇬🇷 el en 🇬🇧

αγοραίος

vulgar

αγοραίος adjective

  /a.ɣoˈɾe.os/
  • που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
merchant
Wiktionary Links