🇬🇷 el en 🇬🇧

αεροπλάνο noun

  /a.e.ɾoˈpla.no/
  • (μέσο μεταφορών, αεροπορικός όρος) πτητική συσκευή, βαρύτερη από τον αέρα, που πετά χάρη στην εμφάνιση δυναμικής άνωσης στις επιφάνειες των φτερών του
aeroplane, airplane, plane
Wiktionary Links