🇬🇷 el en 🇬🇧

ανταλλακτικός adjective

  • που έχει σχέση με την ανταλλαγή, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν
duplicate, replacement, spare
  • που μπορεί να ανταλλαγεί
exchangeable
Wiktionary Links