🇬🇷 el en 🇬🇧
αντιπολεμικός adjective
/an.di.po.le.miˈkos/
|
|
---|---|
anti-war |
Wiktionary Links
- ελληνικά: αντιπολεμικός
αντιπολεμικός adjective
/an.di.po.le.miˈkos/
|
|
---|---|
anti-war |