🇬🇷 el en 🇬🇧

αποθήκευση noun

storage
  • (πληροφορική) η εγγραφή ενός αρχείου στο δίσκο
  • (πληροφορική) η εγγραφή δεδομένων σε μνήμη
save
Wiktionary Links