🇬🇷 el en 🇬🇧

βιογεωχημικός adjective

biogeochemical
  • που αφορά τις αλληλεπιδράσεις βιολογικών, γεωλογικών και χημικών διεργασιών μέσα σε ένα οικοσύστημα
biogeochemical cycle
Wiktionary Links