🇬🇷 el en 🇬🇧

γενέθλιος adjective

  /ʝeˈne.θli.os/
  • → δείτε και τις λέξεις γενέθλιο και γενέθλια: ο σχετικός με την ημερομηνία γέννησης
birthday
  • που αναφέρεται στη γέννηση
native
Wiktionary Links