🇬🇷 el en 🇬🇧

γκαρίζω verb

  • (για γάιδαρο) βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του γαϊδάρου
bray, hee-haw
  • (για άνθρωπο) τραγουδώ παράφωνα
brailler, bray, yammer
Wiktionary Links