🇬🇷 el en 🇬🇧

γκόμενος noun

  /ˈɡo.me.nos/
  • (λαϊκότροπο, οικείο) ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
boyfriend
  • (λαϊκότροπο, οικείο) ο ωραίος άντρας
hunk
Wiktionary Links