🇬🇷 el en 🇬🇧

ελλειπτικός adjective

  /e.li.ptiˈkos/
  • (γεωμετρία) που έχει το γεωμετρικό σχήμα της έλλειψης
elliptic, elliptical
  • (γραμματική) που χαρακτηρίζεται από απουσία μορφολογικών τύπων (όπως πτώσεων, αριθμών, χρόνων)
defective
Wiktionary Links