🇬🇷 el en 🇬🇧
η
/i/
|
|
|---|---|
| her | |
-η |
|
|---|---|
| -s | |
η΄ |
|
|---|---|
| eight | |
- η τέχνη για την τέχνη
- art for art's sake
- η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
- curiosity killed the cat
- κάποιο λάκκο έχει η φάβα
- smell a rat, smell fishy
- η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδό σου
- the ball is in someone's court
- η ισχύς εν τη ενώσει
- unity makes strength
- ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα
- hic Rhodus, hic salta
- χ.η.
- n.d., no date
- άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου
- there's nowt so queer as folk
Wiktionary Links
- ελληνικά: η