🇬🇷 el en 🇬🇧

καπρίτσιο noun

  /kaˈpɾi.t͡sço/
  • ιδιοτροπία, αξίωση ικανοποίησης περίεργων ή και παράλογων επιθυμιών
whim, whiff
  • (μουσική) είδος μουσικής σύνθεσης με ζωηρό και ανάλαφρο χαρακτήρα
capriccio
Wiktionary Links