🇬🇷 el en 🇬🇧

καρδινάλιος noun

  • (χριστιανισμός) κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας σε ανώτατη βαθμίδα. Από το σώμα των καρδιναλίων με εσωτερική ψηφοφορία εκλέγεται ο πάπας
  • (πτηνό) πουλί της οικογένειας των Καρδιναλιδών (Cardinalidae)
cardinal
Wiktionary Links