🇬🇷 el en 🇬🇧

κοκ noun

  • είδος στερεού καυσίμου που παράγεται από τον λιθάνθρακα κατόπιν ξηράς απόσταξης
coke

ΚΟΚ

Highway Code, rules of the road

κοκ.

and so forth