🇬🇷 el en 🇬🇧

λουξ noun

  /ˈluks/
  • (φυσική, ηλεκτρολογία) μονάδα μέτρησης που μετράει την φωτεινή ισχύ (λούμεν) ανά περιοχή
lux
Wiktionary Links