🇬🇷 el en 🇬🇧

μάρσιπος noun

  • (ζωολογία) μικρός θύλακας ο οποίος βρίσκεται στο σώμα μερικών θηλαστικών και τον χρησιμοποιούν για να τοποθετούν τα μικρά τους ώστε να τα μεταφέρουν με ευκολία
pouch
Wiktionary Links