🇬🇷 el en 🇬🇧

μυλοκόπι noun

  • (ψάρι) επίμηκες ψάρι των ελληνικών θαλασσών και ευρύτερα της Μεσογείου που φθάνει τα 50 εκατοστά, ιδιαίτερα εύγευστο
Sciaena, brown meagre, ombre, sciaena, umbra, umbrine
Wiktionary Links