να – Ελληνικά–English translations
🇬🇷 el en 🇬🇧
να
/na/
,
/ˈna/
|
|
|---|---|
|
should, that |
|
to |
- για να
- so that, to
- δεν αφήνω πέτρα που να μην αναποδογυρίσω
- leave no stone unturned
- το καλό πράγμα αργεί να γίνει
- good things come to those who wait
- εγώ να δεις
- tell me about it
- πάει να πει
- mean
- να σε πάρει ο διάολος
- hand truck
- καλά να πάθεις
- serves you right
- αν βάζεις τον κώλο σου να σου κάνει δουλειά, σκατά δουλειά θα κάνει
- if you pay peanuts, you get monkeys
- ούτε που να το φανταζόμουν
- little would I know
🇬🇧 en el 🇬🇷
Wiktionary Links
- ελληνικά: να