🇬🇷 el en 🇬🇧

νούμερο noun

  • αριθμός
number
  • (για αντικείμενα) συγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα
size
Wiktionary Links