οικονόμος
noun
|
- αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
- (αξίωμα, θρησκεία) τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς
|
frugal
|
- (επάγγελμα) υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
|
frugal,
housekeeper,
oeconomus,
steward
|