🇬🇷 el en 🇬🇧

πέφτω verb

  /ˈpe.fto/
fall, drop
  • μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας
  • (μεταφορικά) μειώνεται η τιμή μου
  • ξαπλώνω
  • σκοτώνομαι (σε πόλεμο)
  • ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου
  • (μεταφορικά) (για τοποθεσίες και χρονικές περιόδους) είμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα)
  • (μεταφορικά) υποχωρώ, υποκύπτω
  • σταματάω να λειτουργώ (λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος), διακόπτομαι
  • έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική
go bankrupt, miscalculate
  • ορμώ σε κάποιον, χιμάω σε κάποιον, επιτίθεμαι σε κάποιον
go bankrupt, miscalculate, run across
Wiktionary Links