πέφτω
verb
/ˈpe.fto/
|
|
|
fall,
drop
|
- μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας
- (μεταφορικά) μειώνεται η τιμή μου
- ξαπλώνω
- σκοτώνομαι (σε πόλεμο)
- ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου
- (μεταφορικά) (για τοποθεσίες και χρονικές περιόδους) είμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα)
- (μεταφορικά) υποχωρώ, υποκύπτω
- σταματάω να λειτουργώ (λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος), διακόπτομαι
- έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική
|
go bankrupt,
miscalculate
|
- ορμώ σε κάποιον, χιμάω σε κάποιον, επιτίθεμαι σε κάποιον
|
go bankrupt,
miscalculate,
run across
|