🇬🇷 el en 🇬🇧

πίτα noun

  /ˈpi.ta/
  • (γαστρονομία) είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
pie
Wiktionary Links