🇬🇷 el en 🇬🇧

παρακολούθηση noun

  /pa.ɾa.koˈlu.θi.si/
  • η συμμετοχή σε κάποιες (κυρίως πνευματικές) δραστηριότητες
attendance
  • (ιατρική) τακτική εξέταση ασθενούς κατόπιν θεραπείας ή χειρουργείου
observation
  • η συστηματική παρατήρηση με σκοπό την ενημέρωση ή την πληροφόρηση σχετικά με την εξέλιξη ή τη μεταβολή μιας κατάστασης, διαδικασίας κτλ.
tracking
  • η παρατήρηση με το βλέμμα ή και την ακοή ενός οργανωμένου θεάματος ή ακροάματος, κάποιων κινήσεων ή δραστηριοτήτων
watching
Wiktionary Links