🇬🇷 el en 🇬🇧

πράκτορας noun

  /ˈpɾa.kto.ɾas/
  • αυτός που ενεργεί μυστικά κατ' εντολή κάποιων (κυβέρνησης, οργάνωσης κ.λπ.) και φέρει εις πέρας διαταγές ή αποστολές
agent, secret agent
Wiktionary Links