🇬🇷 el en 🇬🇧

σαρώνω verb

criss-cross
  • (τεχνολογία) ψηλαφώ έντυπο ή άλλο αντικείμενο δια φωτεινής ακτινοβολίας και το αναπαριστάνω ψηφιακά
scan
Wiktionary Links