🇬🇷 el en 🇬🇧

σεβαστός adjective

  • που του αποδίδεται σεβασμός
  • που πρέπει να του αποδίδεται σεβασμός, αξιοσέβαστος
respectable, respected

Σεβαστός properNoun

  /se.vaˈstos/
  • ανδρικό όνομα (θηλυκό Σεβαστή)
August
Wiktionary Links