🇬🇷 el en 🇬🇧

στέγη noun

  /ˈste.ʝi/
  • ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης
home
  • (αρχιτεκτονική) η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
roof
  • (μεταφορικά) η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει
shelter
Wiktionary Links