🇬🇷 el en 🇬🇧

σταφυλικός adjective

  /sta.fi.liˈkos/
  • (χημεία) που αφορά χημικές ουσίες που παράγονται κατά τη διαδικασία της οινοποίησης
racemic
  • (φωνητική) που προφέρεται με τη σταφυλή
uvular
Wiktionary Links