🇬🇷 el en 🇬🇧

τοπικός adjective

  /to.piˈkos/
topical
  • (πληροφορική) local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο
local
Wiktionary Links