🇬🇷 el en 🇬🇧

τούβλο noun

  /ˈtu.vlo/
  • (οικοδομική) αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
brick
Wiktionary Links