🇬🇷 el en 🇬🇧

φέρνω verb

bring

-φέρνω

  /ˈfeɾ.no/
  • που σημαίνουν πως κάτι μοιάζει ή θυμίζει συμπεριφορά που δηλώνεται από το πρώτο συνθετικό (συνήθως στο ενεστωτικό θέμα, χωρίς παθητική φωνή)
-ish
Wiktionary Links