🇬🇷 el en 🇬🇧

φούλι noun

  • (βοτανική, λουλούδι) είδος γιασεμιού που φύεται στα Επτάνησα
Arabian jasmine, Jasminum sambac
  • (λαχανικό) κουκί που φύεται στην Αίγυπτο και σερβίρεται ως φουλάδα (σαν φασολάδα με γεύση κουκιού)
Egyptian fava bean, ful medames
Wiktionary Links