🇬🇷 el en 🇬🇧

χρίσμα noun

  /ˈxɾi.zma/
  • (εκκλησιαστικός όρος) μείγμα ελαίου από πολλά (57) φυτά και αρωματικές ουσίες, το οποίο παρασκευάζεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και αποστέλλεται στις ορθόδοξες εκκλησίες για την τέλεση του σχετικού μυστηρίου
confirmation
  • (μεταφορικά) η απονομή επίσημου τίτλου ή ιδιότητας
nomination
Wiktionary Links