🇬🇷 el en 🇬🇧

χωρικός adjective

  /xo.ɾiˈkos/
  • που αφορά το χωριό
villager, spatial, village
  • που αφορά τη χώρα
territorial
  • (νεολογισμός, μουσική) που αφορά τρισδιάστατο ήχο ή σχετική μείξη ήχου
spatial
Wiktionary Links